Πάντα την έπιανε μελαγχολία όταν καθόταν στις όχθες αυτού του ποταμιού. Έβλεπε απέναντι το παλάτι να καθρεπτίζει στα νερά και σκεφτόταν πόσο χρόνο είχε χάσει περιμένοντας τον εκεί. Εκείνος, πάντα την περίμενε σπίτι, ποτέ δεν πήγε να την βρει.
Πάντα γυρίζει η σκέψη μου σε αυτήν την κοπέλα εκεί στο ποτάμι. Στα δάκρυα που είχε ρίξει για εκείνον, για τις κρύες αγκαλιές του το βράδυ, για τα βράδια που έκλαιγε μέχρι να αποκοιμηθεί σιωπηλά για να μην την ακούσει. Ποτέ δεν την κατάλαβε.
Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να συνειδητοποιήσει ότι ποτέ δε θα την καταλάβαινε.
Ήταν όμορφα στην χρυσή φυλακή της. Σίγουρα. Όμορφα.
Όταν έφυγε εκείνο το πρωινό του άφησε ένα γράμμα και το κλειδί.
Τον κατηγόρησε για τα πάντα.
Δε του είπε ποτέ την αλήθεια, δεν είχε νόημα.
Σοφή απόφαση. Γεναία απόφαση.
11 χρόνια. Είναι 11 χρόνια. Φάνηκαν σαν 2.
Το κορίτσι στο ποτάμι έχει πεθάνει. Ένα μικρό του μέρος έχει μείνει.
Αυτό που πιστεύει σ' εκείνον που δε θα φοβάται να την δεχτεί όπως είναι.
Αυτό που σταμάτησε να κυνηγάει φαντάσματα και αγαπάει πλέον κανονικούς ανθρώπους.
Που είναι εκεί. Τη στηρίζουν. Κάθε μέρα στη ζωή της. Με κάθε τρόπο.
Εκεί είναι και εκείνος.
2 νιαου:
to blog sou moiazei sa na diavazw th zwh moy..xairomai pou se vrhka...
grafeis polu omorfa.. you are an inspiration. keep it up! :) Gina
Post a Comment